ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΟΧΗ-ΥΠΕΡΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η διαταραχή αυτή διαγιγνώσκεται συνήθως γύρω στα 7 χρόνια, παρότι μπορεί να έιναι εμφανής ήδη από τα 3-4 έτη, όταν το παιδί δημιουργεί πολλά προβλήματα στο σπίτι και στο σχολείο του. Είναι πιο συχνή στα αγόρια. Χαρακτηρίζεται από απροσεξία και παρορμητικότητα. Στο σπίτι και στο σχολείο το παιδί δεν μπορεί να συγκεντρωθεί για πολλή ώρα, δείχνει αφηρημένο, αφήνει στη μέση τις δραστηριότητες και τα καθήκοντά του, χάνει ή σπάει πράγματα, μπλέκει σε ατυχήματα, κινείται νευρικά, ανεξέλεκτα, μιλά ασταμάτητα, διακόπτει, πετάγεται. Μετά την πρώτη δημοτικού αυτή η συμπεριφορά προβληματίζει τους εκπαιδευτικούς, τραβά αρνητική προσοχή στο παιδί και ρίχνει τις σχολικές του επιδόσεις. Στο σπίτι τα συμπτώματα είναι εμφανή πολύ νωρίτερα καθώς τα παιδιά είναι ανήσυχα, δεν παίζουν αρμονικά με τα άλλα παιδάκια, κοιμούνται αργά και για λίγο και χτυπούν, συχνά παρά την επίβλεψη και τα μέτρα ασφάλειας που παίρνουν οι γονείς. Βέβαια, όταν το παιδί παίζει με κάτι καινούριο ή με έναν μόνο φίλο ή κάτω από ιδανικές συνθήκες μπορεί τα συμπτώματα να μην είναι εμφανή. Είναι χρήσιμο ν’αναφέρουμε ότι όλα αυτά τα συμπτώματα κάποια στιγμή αμβλύνονται και η συμπεριφορά του ατόμου εξομαλύνεται. Αυτό όμως που πλήττεται σημαντικά ως την εφηβεία είναι η αυτοεκτίμησή του, λόγω των κακών σχολικών επιδόσεων, των γονεϊκών περιορισμών και της απόρριψης από πιο ώριμους συνομιλήκους τους. Για το έλεγχο της διαταραχής συνήθως χορηγούνται ψυχοδιεγερτικά φάρμακα, αλλά για συγκεκριμένες περιόδους π.χ. ξια την σχολική περίοδο και όχι για πολλά χρόνια. Οι δάσκαλοι και οι γονείς είναι εύκολο να εφαρμόσουν κάποιες οδηγίες για το έλεγχο της συμπεριφοράς και την βελτίωση της αυτοεκτίμησης του παιδιού. Οι οδηγίες αυτές βασίζονται σε συμπεριφορικές μεθόδους, όπως π.χ. η θετική ενίσχυση κάποιων συμπεριφορών, η παρεμπόδιση αλλά όχι τιμωρία κάποιων άλλων, ο καταμερισμός των καθηκόντων και η μείωση των διεγερτικών ερεθισμάτων.