ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ

Είναι γνωστό ότι η διανοητική λειτουργία και η προσαρμοστικότητα του ατόμου στο σύνθετο περιβάλλον μετριούνται με το δείκτη νοημοσύνης. Όταν η μέτρηση είναι κάτω του μέσου όρου, που στα γνωστά τεστ νοημοσύνης όπως το Stanford-Binet είναι το 100, και η λειτουργικότητα του παιδιού χαμηλή π.χ. υστερεί στην επικοινωνία, στην αυτοεξυπηρέτηση, στην ασφάλεια κ.α., τότε μπαίνει η διάγνωση της διανοητικής καθηστέρησης. Ανάλογα με τα αποτελέσματα των τεστ και την κλινική εκτίμηση του ειδικού η διανοητική καθυστέρηση μπορεί να χαρακτηριστεί ήπια, μέτρια, βαριά, βαθιά ή απροσδιόριστης βαρύτητας. Στις τρεις πρώτες περιπτώσεις τα άτομα εκπαιδεύονται κι αυτοεξυπηρετούνται, απασχολούνται και ζουν όπως όλοι οι άνθρωποι αλλά με κάποια καθυστέρηση στην ανάπτυξη και προσαρμογή και με μια διακριτική επίβλεψη των δικών τους ανθρώπων. Η αιτιολογία δεν είναι παντα σαφής. Ένα ποσοστό οφείλεται την κληρονομικότητα κι ένα άλλο σε περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη του παιδιού, όπως ασθένειες και ατυχήματα της βρεφικής ηλικίας, κακοποίηση ή παραμέληση. Μπορεί όμως να οφείλεται στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης του εμβρύου ή στις συνθήκες τοκετού. Είναι σημαντικό τα άτομα με διανοητική καθυστέρηση και η οικογένειά τους να υποστηρίζονται ιατρικά ,ψυχοθεραπευτικά και εκπαιδευτικά από τα πρώτα στάδια της εκδήλωσης των προβλημάτων προσαρμογής. Με τη σωστή εκπαίδευση και ανατροφή ταπαιδιά αυτά μπορούν να φοιτήσουν σε απλά σχολεία, να εργαστούν και να είναι κοινωνικά.