Μία δεκαετία σχεδόν από το σύνθημα «Όλι Ρεν, Όλι Ρεν, δεν θα πάρεις τα Cayenne» η ελληνική κοινωνία καταδικάζει χωρίς ελαφρυντικά τα οικονομικά εγκλήματα…ενώ δείχνει ανεκτική σε τόσα άλλα. Ίσως μας λείπουν τα μυκονιάτικα στενά που τώρα χαίρονται οι Λιβανέζοι…ίσως απλά δεν μπορέσαμε ποτέ να καταλάβουμε πού κάναμε λάθος. Πριν τη δεκαετία του 90΄ οι γειτονιές δεν είχαν super markets, τις μπανάνες τις φέρναμε λαθραία από το εξωτερικό, ο κόσμος διψούσε για καινοτόμα προϊόντα και αγαθά που θα ανέβαζαν το βιοτικό του επίπεδο. Το ξέσπασμα του καταναλωτισμού δεν κάλυψε απλώς τα κενά. Συνέπεσε με μια εποχή που οι άνθρωποι είχαν αποκτήσει αξία και επένδυαν στην ανατροφή των παιδιών τους. Ποιος άνθρωπος δεν χορταίνει με δυο μερίδες φαγητό, με 10 χλιδάτα αξεσουάρ και 7,8 i-phones; Όμως, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι γίνεται άπληστος όταν σκέφτεται πόσα θα μπορούσε να προσφέρει στα παιδιά του.
Η πολυσυζητημένη υπόθεση Τσοχατζόπουλου είναι μια ιστορία οικογενειακής αγάπης. Ένας τρυφερός πατέρας αποφάσισε να προικίσει παιδιά κι εγγόνια με ό,τι καλύτερο είχε στα χέρια του…τις μίζες από τα εξοπλιστικά. Άλλωστε το να αγοράζει η Ελλάδα όπλα είναι σαν να αγοράζει μια γριά εσώρουχα…δεν θα τα δει κανείς αλλά ας είναι εκεί για ώρα ανάγκης. «Δικαίως» καταδικάζεται από τον φτωχό κι αδέκαστο λαό του που 1οντον εξέλεγε και του ζητούσε να μεταθέτει ευαίσθητα φανταράκια σε αστικά στρατόπεδα με Goody΄s κοντά και 2ον έκανε ακριβώς το ίδιο με ό, τι χρήματα έπιανε στα χέρια του…οικογενειακές πολυκατοικίες και μεζονέτες by the sea.
Αυτό που εκπλήσσει είναι η σχέση μας ως κοινωνία με τη Βίκυ Σταμάτη. Από τη μια η Βίκυ δείχνει αμετανόητη. Από την άλλη ο λαός είναι έξαλλος μαζί της έστω για τα 5-10 χρόνια που τα καταφχαριστήθηκε. Η μια πλευρά λέει: «ήθελα να δώσω στο παιδί μου το καλύτερο»…η άλλη λέει: «και εμείς αυτό θέλαμε αλλά τώρα τους παίρνουμε τα λεφτά από τα κάλαντα για να πληρώσουμε τον ΕΝΦΙΑ».
Μα πώς γίναμε τόσο σκληροί με τους οικονομικούς εγκληματίες; Τη στιγμή που σε άλλης φύσεως εγκλήματα είμαστε τόσο αδιάφοροι; Τόσο πρόθυμοι να πιστέψουμε πως ένας από μια οικογένεια, προφανώς τρελός, πάσχει κι όλοι οι άλλοι είναι μια χαρά, απλά θα ζουν από δω και πέρα με τον πόνο και την ντροπή. Ή μήπως η ντροπή είναι, για μας που ζούμε σε μικρές κοινωνίες, επαρκής καταδίκη, οπότε η Βίκυ μας ενοχλεί γιατί είναι ξεδιάντροπη; Για σκεφτείτε το… θα ήταν το ίδιο αν έβγαινε συντετριμμένη και μας περιέγραφε ότι δεν μπορεί να βγει από το σπίτι, ότι όλοι της έχουν γυρίσει την πλάτη, ότι κάνουν bullying στο παιδί της; Όταν ακούγαμε την ιστορία για τον πατέρα της Άννι που τεμάχισε και έβρασε το παιδί του δεν θα έπρεπε να κυνηγήσουμε και να καταδικάσουμε την μητέρα, τις γιαγιάδες, τους παππούδες και όλη την πολυκατοικία; Όμως το ξεχάσαμε…το ξεχάσαμε γιατί εμείς δεν είμαστε τρελοί. Η τρέλα του διπλανού δεν μας αφορά και δεν μας ενοχοποιεί…ενώ τον Τσοχατζόπουλο τον ψηφίσαμε κι όσο ζει θα μας θυμίζει ποιοι είμαστε. Η μισή ντροπή είναι δική μας, όχι της Βίκυς.